Η παρουσία βακτηρίων, όπως το ουρεόπλασμα, στο ουρογεννητικό σύστημα είναι σύνηθες. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ορισμένα βακτήρια μπορεί να χρειάζονται προσοχή. Το ουρεόπλασμα αποτελεί μια τέτοια περίπτωση, καθώς η διαχείρισή του μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επηρεάσει την εγκυμοσύνη.
Τι είναι το ουρεόπλασμα;
Το ουρεόπλασμα είναι ένας τύπος βακτηρίου και ανήκει στην κατηγορία των μυκοπλασμάτων. Πρόκειται για μικροοργανισμούς, οι οποίοι στερούνται κυτταρικού τοιχώματος. Αυτή η ιδιαιτερότητα τους καθιστά ανθεκτικούς σε κοινά αντιβιοτικά, όπως η πενικιλίνη.
Το ουρεόπλασμα εντοπίζεται στη φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου σε πολλές σεξουαλικά ενεργές γυναίκες χωρίς να προκαλεί νόσο. Ωστόσο, σε ορισμένες συνθήκες, όπως για παράδειγμα οι ορμονικές αλλαγές κατά την εγκυμοσύνη, ο πληθυσμός του αυξάνεται υπερβολικά, οδηγώντας σε λοίμωξη. Το ουρεόπλασμα μεταδίδεται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής, αλλά και από τη μητέρα στο παιδί κατά την κύηση ή τον τοκετό.
Συμπτώματα λοίμωξης από ουρεόπλασμα
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παρουσία του ουρεοπλάσματος είναι ασυμπτωματική και πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν ότι έχουν λοίμωξη μετά από ιατρικές εξετάσεις. Όταν όμως προκαλείται λοίμωξη, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Κολπικές εκκρίσεις, οι οποίες έχουν με δυσάρεστη οσμή που θυμίζουν τη μυρωδιά ψαριού, παρόμοια με τη βακτηριακή κολπίτιδα
- Ερεθισμό, φαγούρα ή αίσθηση καψίματος στην περιοχή των γεννητικών οργάνων
- Πόνο ή τσούξιμο κατά την ούρηση
- Συχνοουρία
- Πόνο ή δυσφορία κατή σεξουαλική επαφή
- Πόνος στην περιοχή της κοιλιάς
Πώς επηρεάζει το ουρεόπλασμα την εγκυμοσύνη;
Το ουρεόπλασμα στην εγκυμοσύνη, μπορεί κατά περίπτωση είτε να εντοπιστεί ως φυσιολογική χλωρίδα του κόλπου, είτε να είναι πολύ αυξημένο, αυξάνοντας τον κίνδυνο για επιπλοκές. Το αν και σε ποιο βαθμό η παρουσία ουρεοπλάσματος στην έγκυο μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από γυναικολόγο.
Οι αυξημένες τιμές του ουρεοπλάσματος στην εγκυμοσύνη μπορούν να προκαλέσουν:
-
- Πρόωρη ρήξη υμένων, δηλαδή «σπάσιμο των νερών»
- Ενδομήτρια λοίμωξη, δηλαδή φλεγμονή στον πλακούντα και τον υμένα, η οποία ο ονομάζεται χοριοαμνιονίτιδα
- Χαμηλό βάρος του εμβρύου κατά τη γέννηση
Διάγνωση ουρεοπλάσματος
Η διάγνωση του ουρεοπλάσματος γίνεται με λήψη δείγματος (επίχρισμα) από τον κόλπο, τον τράχηλο ή την ουρήθρα. Πέρα από την καλλιέργεια κολπικού υγρού, μπορεί να χρειαστεί να γίνουν και εξετάσεις μοριακού ελέγχου ή και αντιβιόγραμμα.
Θεραπεία ουρεοπλάσματος
Η θεραπεία του ουρεοπλάσματος γίνεται με τη λήψη αντιβιοτικών και από τους δύο συντρόφους ταυτόχρονα. Στην περίπτωση που η γυναίκα είναι έγκυος, η θεραπεία της προσαρμόζεται σε φαρμακευτική αγωγή η οποία είναι ασφαλής τόσο για την ίδια, όσο και για το έμβρυο.
Συμβουλές πρόληψης ουρεοπλάσματος
Για την αποφυγή μιας μόλυνσης ενός εγκύου από ουρεόπλασμα, οι παρακάτω συμβουλές αποτελούν ένα χρήσιμο οδηγό:
- Χρήση προφυλακτικού ή dental dam σε κάθε σεξουαλική επαφή.
- Διεξαγωγή εξετάσεων για ουρεόπλασμα πριν από την προσπάθεια σύλληψης ή στον προγεννητικό έλεγχο.
- Αποφυγή κολπικών πλύσεων, αρωματικών σαπουνιών, μωρομάντηλων, αντισηπτικών μαντηλακίων και αποσμητικών στην περιοχή του αιδοίου και του κόλπου.
- Χρήση βαμβακερών εσωρούχων και συχνή αλλαγή τους.
- Τήρηση των βασικών οδηγιών για την υγιεινή της ευαίσθητης περιοχής.
- Ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος μέσω σωστής διατροφής και μείωσης του άγχους.
- Τήρηση του ετήσιου προληπτικού ελέγχου στον γυναικολόγο, ιδιαίτερα αν υπάρχουν πολλαπλοί σύντροφοι ή ιστορικό υποτροπιαζουσών λοιμώξεων.
- Έγκαιρη ενημέρωση του γυναικολόγου για συμπτώματα, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.











