Η ενδομητρίωση στο ουροποιητικό σύστημα είναι μια αρκετά σπάνια μορφή ενδομητρίωσης που βρίσκεται σε όργανα εκτός των αναπαραγωγικών, σε ασθενείς που πάσχουν από ενδομητρίωση. Εμφανίζεται περίπου στο 10% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Από αυτό το 10%, η ενδομητρίωση του ουροποιητικού συστήματος αφορά το 1%. Ωστόσο, σε περιπτώσεις εν τω βάθει ενδομητρίωσης, δηλαδή προχωρημένης ενδομητρίωσης, η οποία έχει απλωθεί σε πολλά όργανα και έχει εισχωρήσει στο εσωτερικό αυτών των οργάνων, η ενδομητρίωση του ουροποιητικού συστήματος είναι πολύ συχνή.

Η ενδομητρίωση δημιουργείται όταν ιστός, παρόμοιος με αυτόν του ενδομητρίου, που αποτελεί την «επένδυση» του εσωτερικού της μήτρας, βρίσκεται σε άλλα όργανα ή ιστούς. Αυτός ο ιστός δημιουργεί προβλήματα, καθώς λειτουργεί όπως το ενδομήτριο: πρήζεται, διασπάται και αιμορραγεί κανονικά σε κάθε περίοδο, δημιουργώντας ουλώδη ιστό και συμφύσεις.
Υπάρχει πλέον εκτεταμένη ιατρική έρευνα πάνω στην ενδομητρίωση, η οποία πιστοποιεί ότι μπορεί να δημιουργηθεί όχι μόνο στη μήτρα και τους περιφερειακούς ιστούς, αλλά και σε όργανα εντός και εκτός της λεκάνης. Πιο συγκεκριμένα, ενδομητρίωση μπορεί εμφανιστεί σε κοντινά όργανα ή ιστούς, όπως οι ωοθήκες, οι σάλπιγγες, σε άλλα όργανα της πυέλου όπως το ουροποιητικό σύστημα, το έντερο, ο κόλπος και το ορθό, όπως επίσης και σε σημεία που βρίσκονται πιο μακριά, όπως το ισχιακό νεύρο, ο αφαλός και το διάφραγμα.
Το ουροποιητικό σύστημα είναι υπεύθυνο για την παραγωγή και απέκκριση των ούρων, απομακρύνοντας από τον οργανισμό όσες ουσίες δεν είναι χρήσιμες ή είναι δυνητικά επιβλαβείς. Αποτελείται από τα νεφρά, την ουροδόχο κύστη, την ουρήθρα και τους ουρητήρες. Η ενδομητρίωση του ουροποιητικού συστήματος εμφανίζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων στην ουροδόχο κύστη και σπανιότερα στους ουρητήρες.
Γενικά, τα αίτια για τα οποία η ενδομητρίωση μπορεί να εμφανιστεί σε άλλα όργανα ή ιστούς του σώματος δεν έχουν είναι ξεκάθαρα. Παράγοντες που συμβάλλουν στην πιθανότητα ανάπτυξης ιστών είναι η παλίνδρομη έμμηνος ρύση (η περίπτωση όπου κατά τη διάρκεια της περιόδου το αίμα, το οποίο περιλαμβάνει ενδομήτριο ιστό, μεταφέρεται προς τις σάλπιγγες και τη λεκάνη αντί να απορριφθεί φυσιολογικά), η συμπεριφορά των βλαστοκυττάρων, η ύπαρξη ιστορικού καισαρικών τομών, η ανατομία της λεκάνης και η κινητικότητα και «μετανάστευση» των κυττάρων, μέσω του λεμφικού συστήματος και των αιμοφόρων αγγείων.
Περίπου οι μισές ασθενείς με ενδομητρίωση στο ουροποιητικό σύστημα, δεν αντιμετωπίζουν συμπτώματα σε σχέση με αυτό, παρά μόνο τα κύρια συμπτώματα ενδομητρίωσης.
Όταν υπάρχουν, τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης της ουροδόχου κύστης ή των ουρητήρων, τα οποία εμφανίζονται ή είναι πιο έντονα κατά τη διάρκεια της περιόδου, περιλαμβάνουν:
H ενδομητρίωση στο ουροποιητικό δεν διαγιγνώσκεται εύκολα. Τα συμπτώματά της, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενδομητρίωση στην ουροδόχο κύστη ή την ενδομητρίωση στους ουρητήρες, είναι παρόμοια με αυτά άλλων παθήσεων. Τέτοιες παθήσεις είναι η κυστίτιδα (φλεγμονή της ουροδόχου κύστης), η διάμεση κυστίτιδα (IC/BPS), οι πέτρες στα νεφρά και ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης. Συνεπώς, για να γίνει η διάγνωση, χρειάζεται σημαντική εμπειρία, εξειδίκευση, παρατηρητικότητά και έμφαση στις λεπτομέρειες εκ μέρους ενός εξειδικευμένου στην ενδομητρίωση γυναικολόγου.
Ανάλογα με το σημείο ή τα σημεία που υπάρχει υποψία για ενδομητρίωση (πχ. ουρητήρες ή ουροδοχος κύστη) οι εξετάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν διακολπικό υπερηχογράφημα, υπέρηχο νεφρών ή ουροδόχου κύστης, υστεροσκόπηση, μαγνητική τομογραφία, κυστεοσκόπηση, καλλιέργεια ούρων, ενδοφλέβια πυελογραφία (IVP) και διαγνωστική λαπαροσκόπηση.
Η αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης στο έντερο συνάδει και σε ένα βαθμό ταυτίζεται με τη γενικότερη αντιμετώπιση της πάθησης. Για παράδειγμα, χρησιμοποιείται η ίδια φαρμακευτική αγωγή για τη διαχείριση των συμπτωμάτων (αντισυλληπτικά χάπια, γοναδοτροπίνη, αντιφλεγμονώδη φάρμακα, κ.ά). Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, όμως η ριζική χειρουργική επέμβαση, η οποία γίνεται με λαπαροσκόπηση ή ρομποτική χειρουργική από εξειδικευμένο χειρουργό, αποτελεί τη μόνη οριστική θεραπεία.